About hallucinati

αντί για χάρτη ο Θεός μου έδωσε πυξίδα

η πανσεληνος

«Εσύ δεν έχεις καμμία θέση εδώ»

 

Δεν την αντιλήφθηκα, θα πρέπει να βγήκε απ’ την πίσω πόρτα. Γέλασα στο άκουσμα της φωνής της, της σπαστής γαλλικής προφοράς της, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια από την τελευταία φορά που την είχα ακούσει, από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, από την ημέρα που θάψαμε τον πατέρα μου στην Πετρούπολη. Δεκαετίες ολόκληρες. Πιστεύεις γερόντισσα την ρώτησα στην μητρική μας γλώσσα, τα ρώσσικα, και γύρισα αργά προς το μέρος της. Είχε αγκαλιά μια χάρτινη σακούλα. Την κοίταξα στα μάτια. Αιφνιδιάστηκε, παραπάτησε, και έπεσε. Θεέ μου είπε, και κάλυψε το στόμα της με την παλάμη της. Αυτό ήταν το μόνο που βρήκε να πει. Απο παλιά, αυτό ήταν το καταφύγιο της. Της προσέφερα το χέρι μου να σηκωθεί.

 

Πες μου γερόντισσα, εσύ που έχεις δει την δύση πριν την ανατολή, ποιός στοιχειώνει τον ύπνο σου, την ρώτησα. Δεν με κοίταξε στα μάτια. Εκνευρίστηκα. Πες μου καταραμένη, ποιά είναι αλήθεια η θέση μου; Ε; Και κοίτα με στα μάτια όταν σου μιλάω. Την έπιασα απο τον λαιμό και σήκωσα το σκυμμένο κεφάλι της. Ούτε τώρα με κοίταξε. Είχε τρομάξει, το ένοιωθα. Έπεσα στα γόνατα, της αγκάλιασα τα πόδια, και ξέσπασα σε λυγμούς. Πέθανε η μητέρα μου, Ταμάρα. Η Αφροδίτη μου. Η Αφροδίτη μας. Δεν είμαι ο πατέρας μου, ψέλλισα. Δεν είμαι ο πατέρας μου. Μου χάιδεψε διστακτικά το κεφάλι. Έτρεμε το χέρι της. Το σώμα της ολόκληρο. Και εγώ μαζί της.

 

«Ποιός είναι, Ταμάρα;» Άκουσα την Νατάσα να φωνάζει μέσα από το σπίτι, το κλάμα της μικρής Έλενας, καθώς άνοιξε η εξώπορτα και φως πλημμύρισε το κακοφωτισμένο στενάκι. Σηκώθηκα όρθιος, σκούπισα τα δάκρυα μου, και φίλησα την Ταμάρα στο μέτωπο. Σε φωνάζουνε, της ψιθύρισα, και της έβαλα ένα βότσαλο στην δεξιά της χούφτα, πριν εξαφανιστώ στο σκοτάδι.